Συντάκτης: Κρημνιώτη Π.

Ισως είναι δύσκολο σε μια επετειακή, οφειλόμενη εκδήλωση για μια εμβληματική πνευματική προσωπικότητα όπως ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης να ειπωθούν όλα. Ωστόσο όποιος βρέθηκε το πρωινό του Σαββάτου στην αίθουσα τελετών της παλιάς Φιλοσοφικής του ΑΠΘ, στα “50 χρόνια μνήμης και ιστορίας” που οργάνωσε το Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών για τα 50χρονα αφ’ ενός από τον θάνατο του ιδρυτή του και παράλληλα από τη δική του παρουσία, δεν άκουσε μόνο όσα καθιερωμένα σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις είθισται να λέγονται, αλλά και όσα από τον στοχασμό και τη δραστηριότητα του Μ. Τριανταφυλλίδη επανέρχονται τόσο επίκαιρα στις άνυδρες ημέρες μας, έτσι όπως εύστοχα είχε επισημάνει από το 1979 στην αντίστοιχη επετειακή διοργάνωση ο Δημήτρης Μαρωνίτης.

Ότι δηλαδή για τον Τριανταφυλλίδη η γλώσσα δεν υπήρξε αυτοσκοπός αλλά  “την εκτίμησε ως το κύριο, σημαντικό και δημιουργικό, όργανο ενός λαού, που έχει δικαίωμα, μιλώντας και πράττοντας, να ορίσει κάποτε ανεμπόδιστος την ιστορική του επιλογή”. Και σήμερα ειδικά να την επαναφέρει στο επίκεντρο ως εργαλείο “εθνικής αυτογνωσίας και νεοελληνικού πολιτισμού”.

Ήταν, από την άλλη, και συγκινητικό να ακούς πνευματικές οντότητες, προεξάρχοντος του αειθαλούς Εμμανουήλ Κριαρά, να καταθέτεουν τη γνώση, τις μνήμες και μια αποτίμηση, ως εφαλτήριο αναστοχασμού για τη σήμερον. Το ακροατήριο πολυπληθές, η ακαδημαϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης, αρκετοί, όχι όσοι θα έπρεπε, φοιτητές, ακάματοι ποιητές όπως ο Ντίνος Χριστιανόπουλος έδωσαν το “παρών”. Αυτό το “παρών” που ακόμα αναζητείται από τα πανεπιστημιακά και ακαδημαϊκά μας ιδρύματα που συγκροτούν τον κεντρικό πυρήνα της εκπαιδευτικής και πνευματικής κοινότητας του τόπου.

Συγκινημένος και συγκινητικός ο Εμμανουήλ Κριαράς, και μετανιωμένος επίσης για εκείνη την απόφασή του, όταν, μεσούσης της χούντας και διωγμένος από το Πανεπιστήμιο, αποφάσισε να παραιτηθεί από το Δ.Σ του Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών, ευχήθηκε “οι νεοέλληνες να μην ξεχάσουν ποτέ το Ίδρυμα και τον ιδρυτή του”. Τον “φωτεινό διανοητή που μας έδωσε συγκροτημένη τη γραμματική της νεοελληνικής γλώσσας”, τον “νηφάλιο στοχαστή του κορυφαίου πνευματικού κινήματος” που προσέφερε “μεγάλη υπηρεσία στον τόπο αποφασίζοντας να διαθέσει την κληρονομιά του για τη δημιουργία του Ιδρύματος”.

Στον αντίποδα των λόγων του Εμμ. Κριαρά, που έζησε από κοντά τον Τριανταφυλλίδη και θήτευσε στο “Φροντιστήριό του που γλωσσικά μας διαφώτιζε τότε”, ο Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, ο οποίος, πρωτακούγοντάς τον, 20χρονος φοιτητής, τότε, στην εκδήλωση του 1951 για τα 25χρονα διδασκαλίας του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, βίωσε “εμπειρία αξέχαστη”, επικεντρώθηκε στο μεταρρυθμιστικό του έργο.

“Ο Τριανταφυλλίδης πρότεινε την ανόρθωση της εκπαίδευσης” είπε. “Διακρίνω τους μεταρρυθμιστές από τους ευκαιριακούς διαφημιστές μεταρρυθμίσεων” είπε. “Ο Τριανταφυλλίδης αναδεικνύεται εμβληματικός στυλοβάτης της γλωσσικής και φιλολογικής μας ανόρθωσης, έχοντας προσφέρει συνάμα ωφέλιμα βοηθήματα και στον χώρο της γενικής εκπαίδευσης για τη γόνιμη και ερεθιστική διδασκαλία της νεοελληνικής γλώσσας. Η γυμνασιακή άσκηση της οποίας”, πρόσθεσε καταθέτοντας τη δική του θέση στη συζήτηση των ημερών για τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής στα γυμνάσια, “παραμένει ακόμη προβληματική εκτός των άλλων και επειδή (όπως απερίφραστα υπογράμμισε πρόσφατα ο παρών δάσκαλος Κριαράς) συγχέεται αυθαίρετα με τη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, προβάλλοντας το έωλο επιχείρημα περί καταστατικής ανεπάρκειας του νεοελληνικού λόγου. Ενώ θα έπρεπε το όλο θέμα να εντάσσεται και να εξετάζεται στο οικείο λειτουργικό του πλαίσιο, το οποίο ορίζεται από δύο διακρινόμενα και συγκρινόμενα μεταξύ τους ζεύγη. Εννοούνται το ζεύγος της αρχαιογνωσίας και της αρχαιογλωσσίας αφ’ ενός, της νεογνωσίας και της νεογλωσσίας αφ’ ετέρου”. Αναγνώρισε ότι “στις μέρες μας σπάνια αναγνωρίζεται ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης και το έργο του”, το οποίο κατά τον φιλόλογο  πρέπει “να καθιερωθεί στον ευρύτερο χώρο των ανθρωπιστικών σπουδών και όχι μόνο της γλωσσολογίας”.

Ανατρέχοντας στην επιστολογραφία του Τριανταφυλλίδη, ο Παναγιώτης Μουλλάς σκιαγράφησε τον “δάσκαλο με την πιο ουσιαστική σημασία της έννοιας”, τον “άνθρωπο της δράσης και του στοχασμού, ο οποίος παρακολουθεί όχι μόνο όσα γίνονται εντός της πνευματικής κοινότητας και του εσωτερικού της χώρας, αλλά και εκτός αυτών”. Κυρίαρχο βέβαια ζήτημα για τον Τριανταφυλλίδη είναι αυτό της γλώσσας, “αυτό ρυθμίζει πρωτίστως τη δραστηριότητα του δασκάλου όπως και τη ζωή του”.

Μέσα από την “πολυφωνικότητα της επιστολογραφίας του” ο Παναγιώτης Μουλλάς διακρίνει την άμεση διασύνδεση του “ακάματου επιστολογράφου” με την εποχή του, τα πολιτικά δρώμενα, τις καταδυναστεύσεις της. Γύρω στο 1910, στο ταραγμενο κλίμα της εποχής, απομακρύνεται από τη νεοκαθαρεύουσα του δασκάλου του Χατζιδάκι στη νεοδημοτική, εκτός πλαισίου Ψυχάρη. Την ίδια ώρα σχολιάζει το κίνημα στο Γουδή στην αλληλογραφία του με την Πηνελόπη Δέλτα. “Κάτι περιμένω να βγει εφ’ όσον υπάρχει σύνεση, σωστή αγωγή και διαπαιδαγώγηση” γράφει, ενώ διαπιστώνει ότι “στην Ελλάδα σπανίζουν οι κοινωνικοί φορείς μιας πραγματικής αλλαγής”, για να γίνει πιο συγκεκριμένος: “Οι πολιτικοί μας δε μου γεμίζουν το μάτι”.

Παράλληλα μέσα από τη δική του νευρασθένεια, όπως επισήμανε ο Π. Μουλλάς, έγινε ο φορέας της φροϋδικής θεωρίας στη χώρα μας και από τους πρώτους Έλληνες που κάνουν ψυχανάλυση. Κι αν μέσα από τις επιστολές του προβάλλει η εικόνα ενός ανθρώπου γεμάτου “θέληση, αγωνιστικότητα, ανιδιοτέλεια, χωρίς καμιά μιζέρια, μικροψυχία, εγωπάθεια” όλο το μεγαλείο του ίσως αναδεικνύεται από την επιστολή ενός πολιτικού κρατούμενου στα χρόνια του εμφυλίου, που μετέφερε ο Π. Μουλλάς.

“Η ευγένεια και η καλοσύνη σας με σκλάβωσαν. Σας ζήτησα ένα κατάλογο βιβλίων, μου στείλατε βιβλία και ακοστολόγητα. Καταλαβαίνω την αγωνία σας να υπερασπίσετε τη γλώσσα του λαού. Να είστε βέβαιοι πως ο σπόρος σας θα καρποφορήσει και η μητρική μας θα επικρατήσει” γράφει ο Δημοσθένης στον Μ. Τριανταφυλλίδη τον Ιούνιο του 1953.

Είναι αυτό λοιπόν το αδιαίρετο όλον που πυροδοτούσε τη σκέψη και τη δράση του Τριανταφυλλίδη. “Πως ο δημοτικισμός εξέφραζε μια έννοια πέρα από το γλωσσικό και την εκπαίδευση, εξέφραζε την προϋπόθεση για την ανάδειξη του νέου ελληνισμού ως αξία”, όπως τόνισε ο Αλέξης Δημαράς.

“Έβλεπε πλατιά τα όρια του δημοτικισμού και τα έβλεπε στην εκπαίδευση μαζί με τον στοχασμό, τη μουσική και σε όλες τις εκφράσεις του πολιτισμού και τον συνέδεσε με την εκπαίδευση και την κοινωνία”. Άλλωστε “βάση, αφετηρία και τέρμα για τον Τριανταφυλλίδη ήταν ο ελληνισμός” είπε ο Α. Δημαράς, ή άλλως πώς “ονειρευόταν την αναγέννηση της ελληνικής παιδείας και της ελληνικής κοινωνίας μέσα από την αναγέννηση του ελληνικού σχολείου και προσέφερε τα πάντα, και την περιουσία του, γι’ αυτόν τον σκοπό”, όπως επισήμανε ο Χρ. Τσολάκης.

Ως προς αυτό το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών με την επιστημονική του δραστηριότητα κρατά ζωντανή επιδίωξη του ιδρυτή του και “χαράσσει το μέλλον του πατώντας σταθερά σ’ ένα δημιουργικό παρόν” όπως είπε ο διευθυντής του Γιώργος Παπαναστασίου. Έτσι με την ερευνητική και εκπαιδευτική του δραστηριότητα στη γλωσσολογία, στην αρχαιοελληνική και νεοελληνική διαλεκτική μελέτη, στον τομέα των πανεπιστημιακών εγχειριδίων διατηρεί ζωντανή τη σχέση του με τη νεοελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα. Ωστόσο, ακριβώς επειδή το Ινστιτούτο “ούτε χαράσσει ούτε υλοποιεί εκπαιδευτική πολιτική, έχει τη δυνατότητα απ’ αυτή την αυτονομία του να αμφισβητεί την κρατική πολιτική”, όπως επισήμανε ο κ. Παπαναστασίου.{jcomments on}

Πηγή: Αυγή,  24 Νοέμβρη 2009

Tags:

Comments are closed